Δύο Νέοι Άνθρωποι Δίνουν Ξανά Ζωή Στους Πάδες, Ένα Ορεινό Χωριό Στις Πλαγιές Του Σμόλικα - Fanpage

Δύο Νέοι Άνθρωποι Δίνουν Ξανά Ζωή Στους Πάδες, Ένα Ορεινό Χωριό Στις Πλαγιές Του Σμόλικα

Δύο Νέοι Άνθρωποι Δίνουν Ξανά Ζωή Στους Πάδες, Ένα Ορεινό Χωριό Στις Πλαγιές Του Σμόλικα

Πώς δύο άνθρωποι έδωσαν νέα πνοή σε έναν τόπο που είχε αρχίσει να ερημώνει. Ήταν Νοέμβριος του 2015, όταν ο Δημήτρης Παυλίδης, αποφάσισε να μετακομίσει μόνιμα στους Πάδες, ένα καταπληκτικό ορεινό χωριό του νομού Ιωαννίνων, χτισμένο στις πλαγιές του Σμόλικα.

Αφήνει πίσω του μία ζωή στο Κορδελιό της Θεσσαλονίκης όπου, σε αντίθεση με αυτό που βιώνει τώρα, ένα μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς του, το περνούσε περιορισμένος στα λιγοστά τετραγωνικά του περιπτέρου το οποίο διατηρούσε. Τα αφήνει όλα αυτά πίσω του γιατί στα ταξίδια που κατάφερε να κάνει «αντιλήφθηκε πόσο σημαντική είναι για εκείνον η επαφή με τη φύση και την αλήθεια των ανθρώπων». Επισκέφτηκε αρκετές φορές στο παρελθόν τους Πάδες, και σε κάποιες από αυτές τις επισκέψεις μαθαίνει ότι το κλειστό δημοτικό κτίριο-ξενώνας καφενείο, θα βγει σε δημοπρασία.

Το πρώτο βήμα είχε ήδη γίνει. Ένα χωριό που μέχρι εκείνη τη στιγμή όλο και ερήμωνε, ξαφνικά γίνεται τόπος συνάντησης νέων ανθρώπων, που τους αρέσει να ταξιδεύουν στη φύση και να απολαμβάνουν τις δραστηριότητες μέσα σε αυτή. Το MuntiSmolikas, έχει καταφέρει κάτι που είναι πραγματικά ζητούμενο στις μέρες μας: Να δώσει νέα πνοή σε ένα χωριό με ελάχιστους κατοίκους με ένα πλούσιο πολιτιστικό πρόγραμμα που περιλαμβάνει ένα μουσικό φεστιβάλ πειραματικής παραδοσιακής μουσικής αλλά και σεμινάρια με παραδοσιακούς χορούς και πολυφωνική μουσική που μετατρέπουν το χωριό σε επίκεντρο πολλών και σημαντικών πολιτιστικών δράσεων.

Το πανόραμα των βουνοκορφών της Τύμφης

Μιλήσαμε στο τηλέφωνο στις αρχές Οκτωβρίου. Εκείνη την περίοδο, όπως μου είπε, ετοίμαζαν τα ξύλα για το χειμώνα. Είπαμε μερικά πράγματα για τη ζωή στους Πάδες και ανανεώσαμε το ραντεβού μας, ώστε να τα πούμε από κοντά. Πράγματι μετά από λίγες ημέρες ο δρόμος μαζί με τον βραβευμένο φωτογράφο Αλέξανδρο Αβραμίδη, μας έφερε σε αυτό το καταπληκτικό χωριό.

Ξεκινήσαμε νωρίς από την Κόνιτσα όπου στην παρέα μας εντάχθηκε και ένας άλλος Αλέξανδρος, ο Νικολόπουλος, ο οποίος διατηρεί στην περιοχή γραφείο εναλλακτικών δραστηριοτήτων, το Mountainvein (mountainvein.gr). Καθ` όλη τη διάρκεια της διαδρομής μάς έδινε χρήσιμες πληροφορίες για τις πλούσιες επιλογές δραστηριοτήτων, αφήνοντας μας να καταλάβουμε την μεγάλη του αγάπη για τη φύση και την περιοχή. Περνώντας τα πρώτα χιλιόμετρα έχουμε για τα καλά βρεθεί στην καρδιά του ορεινού οικοσυστήματος του Σμόλικα. Περνάμε από το χωριό Πηγή, που παλαιότερα ονομαζόταν Πεκλάρι, και συνεχίζουμε παρατηρώντας την οργιώδη φύση, και την υψηλής αισθητικής διαδρομή. Φτάνουμε στον οικισμό του Ελεύθερου και απολαμβάνουμε το πανόραμα των βουνοκορφών της Τύμφης, αλλά και την χαράδρα του Αώου.

Περνάμε το Παλαιοσέλι το οποίο βρίσκεται ανάμεσα σε πευκοδάση και δρυοδάση και κάνουμε μία μικρή στάση στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, η οποία χτίστηκε το 1864 και είναι χαρακτηριστική, ως άλλος Πύργος της Πίζας, για την κλίση την οποία έχει και είναι εμφανής με γυμνό μάτι. Δεν είναι όμως μόνο αυτή η κλίση που την κάνει αξιοθέατο, καθώς διαθέτει ένα μοναδικής ομορφιάς ξυλόγλυπτο τέμπλο, αλλά και την πανέμορφα ζωγραφισμένη ξύλινη οροφή.

Η μασκότ, ο Έκτορας

Με αυτά και με αυτά, οι στροφές της διαδρομής φαίνονται παιχνιδάκι και σε λιγότερο από ώρα, από τη στιγμή που φύγαμε από την Κόνιτσα, έχουμε φτάσει στους Πάδες. Μπαίνοντας στο χωριό, παρατηρώ έναν θηριώδη σκύλο ο οποίος έχει βγει την πρωινή του βόλτα. «Αυτός είναι ο Έκτορας, η μασκότ του χωριού» θα μας πει ο Αλέξανδρος. Πράγματι πριν καλά καλά φτάσουμε στον ξενώνα του Δημήτρη, που μαζί με τον συνέταιρό του, τον Κώστα, τον έχουν ονομάσει MuntiSmolikas, ο Έκτορας, αυτό το γεμάτο γλύκα τεράστιο σκυλί, είναι και πάλι εκεί να μας υποδεχτεί.

Τα ξύλα του χειμώνα

Είμαστε στο πρώτο δεκαήμερα του Οκτωβρίου. Η θερμοκρασία είναι κάτω από τους 10 βαθμούς με το υψόμετρο στα 1140 μέτρα. Καθόμαστε με τον Δημήτρη στην αυλή του ξενώνα που είναι πάνω ακριβώς στην πλατεία του χωριού. «Αρκετοί από τους λιγοστούς κατοίκους, μου είχαν προτείνει να ασχοληθώ με τον ξενώνα και το καφενείο. Μία μέρα έμαθα ότι βγαίνει σε δημοπρασία. Δεν χρειάστηκε να το σκεφτούμε δεύτερη φορά». Παρατηρώ τον Δημήτρη όσο εκείνος μιλάει. Είναι ήρεμος, χαλαρός και αντιλαμβάνεται την πραγματική αξία του χρόνου. Κάθεται μπροστά σε μία τεράστια στοίβα από ξύλα που φτάνουν σχεδόν μέχρι τη σκεπή, και μάλιστα σε απόσταση αναπνοής από την πόρτα ώστε να είναι προσβάσιμα ακόμη και εκείνες τις μέρες που το χιόνι δεν θα επιτρέπει πολλές μετακινήσεις.

Το κτήριο και οι χρήσεις

«Το MuntiSmolikas, είναι ένας ξενώνας καταφυγιακού τύπου, και παράλληλα είναι και το καφενείο του χωριού. Είναι όμως και πολλά παραπάνω, καθώς είναι όλοι εκείνοι οι άνθρωποί του που του δίνουν ζωή, δύναμη και παράλληλα δίνουν και σε εμάς την δύναμη να συνεχίσουμε». Κάνουμε μία βόλτα στο χώρο, και βλέπουμε το κτήριο. Αρχικά κατασκευάστηκε για να λειτουργήσει ως αρεναγωγείο και στη συνέχεια ως μεικτό σχολείο. Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 70 το σχολείο που λειτουργούσε στον πρώτο όροφο έκλεισε καθώς δεν υπήρχαν παιδιά και συνέχισε να λειτουργεί το καφενείο στο ισόγειο. Σήμερα εκεί που κάποτε ήταν οι αίθουσες τους σχολείου, βρίσκονται τα πέντε δωμάτια του ξενώνα.

Τα φασόλια-γίγαντες και το λικέρ από τα κράνα

Στην πλαϊνή πλευρά του κτηρίου παρατηρώ τις φασολιές που έχουν έτοιμους τους λοβούς. «Η περιοχή εδώ φημίζεται για τους γίγαντες. Φυτεύουμε κι εμείς τους δικούς μας. Τους μαζεύουμε μάλιστα (τους λοβούς) και τους χρησιμοποιούμε στα ολόφρεσκα καλομαγειρεμένα φαγητά από την κουζίνας μας».

Λίγο πιο πέρα βλέπουμε μία λεκάνη γεμάτη με ολόλευκα φασόλια γίγαντες αλλά και μερικά μεγάλα γυάλινα βάζα με κράνα τα οποία αξιοποιούνται για να φτιαχτεί το περίφημο λικέρ. Όσο περνάει η ώρα, ο καιρός κρυώνει περισσότερο. Ρίχνω μία κλεφτή ματιά στη πανέμορφη ζεστή σάλα και η Αγγελική, φίλη του Δημήτρη η οποία έχει επισκεφτεί τον ξενώνα, μας κερνάει ένα pancake με μέλι, που μόλις βγήκε από την κουζίνα.

Το αναρριχητικό πεδίο

Ο Αλέξανδρος ο Νικολόπουλος, από την Mountainvein, μαζί με το Δημήτρη, μας οδηγούν στο αναρριχητικό πεδίο, που είναι στην άκρη του χωριού, δίπλα στο ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου. Ένα πανέμορφο σημείο -θα μπορούσαμε να το παραλληλίσουμε με ένα «Μικρό Μετέωρο»- έχει όλη την υποδομή για τους λάτρεις της αναρρίχησης η οποία βέβαια, πρέπει να γίνεται με την λήψη των απαιτούμενων μέτρων. Επίσης όπως μας ενημερώνει ο Αλέξανδρος, στην ευρύτερη περιοχή, μπορεί κανείς να ασχοληθεί με το ορειβατικό σκι, την ποδηλασία βουνού, αλλά και το hiking σε μονοπάτια με καταπληκτική θέα. Επίσης προσφέρει τη δυνατότητα kayak από τη Βωβούσα στη Γέφυρα του Παλαιοσελίου.

Επιστρέφουμε προς την Κόνιτσα. Παρατηρώ τις βουνοκορφές που αλλάζουν όψη ανάλογα με τη θέση του ήλιου. Παραμένουν όμως πάντα αγέρωχες που κόβουν την ανάσα. Αυτά τα βουνά έχουν πραγματικά κάτι που σε κάνει να θέλεις να επιστρέφεις.

Αφήστε το σχόλιο σας: