Μαρινέλλα: Δεν κρύφτηκα ποτέ πίσω από το δάχτυλό - «Ναι έκανα παιδί εκτός γάμου» - Fanpage

Μαρινέλλα: Δεν κρύφτηκα ποτέ πίσω από το δάχτυλό – «Ναι έκανα παιδί εκτός γάμου»

Είχα αρκετά χρόνια να περάσω το κατώφλι του σπιτιού της. Το σαλόνι ήταν όπως την προηγούμενη φορά, λουσμένο στο φως του ήλιου και γεμάτο λουλούδια. Στο τραπέζι η Λούλα, η αδελφή της, είχε ακουμπήσει, μαζί με τα φλιτζάνια του αχνιστού καφέ, πιάτα με καλούδια – κέικ κι ένα σωρό κουλουράκια. Μόνο που εκείνο το πρωί ήμουν καλύτερα προετοιμασμένη: είχα μαζί μου μπόλικα χαρτομάντιλα. Από την εμπειρία των συναντήσεών μας μέχρι τώρα, το ξέρω πια καλά: μια κουβέντα με τη Μαρινέλλα πάντα καταλήγει σε δάκρυα, άλλοτε από κλάμα και άλλοτε από γέλιο…

Μόλις είχε επιστρέψει από περιοδεία στην Αυστραλία. «Είχα πει πως δεν θα ξαναπάω. Κάθε φορά το ίδιο λέω, σαν κασέτα. Και διαψεύδομαι». Στις εμφανίσεις αυτές τη συνόδευσε ο Τάκης Ζαχαράτος. «Θα μπορούσα να έχω μαζί μου κάποιον τραγουδιστή. Αλλά θα ήταν μια από τα ίδια, χωρίς το “τζιζ”, μανάρα μου. Κι εγώ χρειαζόμουν μια αλλαγή, να σπάσει η μονοτονία. “Αυτό είναι μεγάλο δώρο”, μου είπε εκείνος. “Αν δεν άξιζες, τίποτα δεν θα γινόταν. Αποκοτιές στη δουλειά μου δεν κάνω”, του απάντησα. Κι είχα δίκιο, γιατί ο Τακούλης έσκισε. Κι όχι μόνο στη μίμηση. Ξέρεις ότι τραγουδάει εκπληκτικά;»

Φέρνει το κινητό και βρίσκει τις φωτογραφίες από τα live της Αυστραλίας. «Πλάκα δεν έχει να βλέπεις δύο Μαρινέλλες στη σκηνή;» Μετά, μου δείχνει τα εγγόνια της. Τον 13χρονο Δημήτρη και την 8χρονη Μελίνα. «Να, εδώ η Μελίνα είναι σε μια παράσταση του σχολείου. Δες βλέμμα! Γεννημένη ηθοποιός. Με την κόρη μου το γλίτωσα, έγινε σκηνοθέτις. Με την εγγονή το βλέπω να ’ρχεται…» (Γελάει)

Στις 11, 12 και 18 Απριλίου θα βρεθεί στο Παλλάς, για τρεις συναυλίες με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα «Ομόνοια» της Κέρκυρας, μία από τις σημαντικότερες της χώρας. Η ίδια παράσταση θα φιλοξενηθεί και στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης το Σάββατο 23 Απριλίου. Οσο για το περιεχόμενο; Τραγούδια δικά της, αλλά… αλλιώς. «Είμαι κι εγώ περίεργη να ακούσω πώς θα είναι τα λαϊκά παιγμένα μόνο από πνευστά, χωρίς ούτε ένα έγχορδο. Το “Ακουσε πέτρα” με τρομπέτα!» λέει. Εχει άγχος; «Κάθε φορά. Μέχρι να βγω στη σκηνή, δεν αντέχω ούτε να μου μιλήσουν ούτε να με αγγίξουν. Νομίζω ότι θα πεθάνω από το τρακ. Βέβαια, έπειτα από ένα δυο τραγούδια… σφίγγω, συνέρχομαι».

Λαϊκά χωρίς έγχορδα. Διαρκώς έχετε την ανάγκη να ψάχνεστε τελικά;

Ναι, για να έχουν κάτι να αντιγράψουν οι συνάδελφοί μου! (Γέλια) Σ’ αυτήν τη δουλειά, σε ό,τι διαφορετικό και επιτυχημένο γίνεται, υπάρχουν οι μιμητές. Κάθε μου παράσταση… τσουπ, την κοπιάρουν αμέσως. Επαιξα σε θεατρικό; Δεν υπάρχει τραγουδιστής που να μην μπήκε σε θίασο. Αλλά δεν με νοιάζει. Σημασία για μένα έχει να κατεβάζω ιδέες και να δοκιμάζω πράγματα. Οι φίλοι μου με λένε πολυεργαλείο και ελβετικό σουγιά. Γιατί τα κάνω όλα! Δεν είμαι υπάλληλος στην τέχνη μου, να κάθομαι σε ένα γραφείο να γράφω. Το 1991 γύρισα από την Αργεντινή και τους ανακοίνωσα: θα χορέψω τανγκό! «Στα μπουζούκια τανγκό; Τρελή είσαι;» απόρησαν οι συνεργάτες μου. Και όμως, έστησα ένα ολόκληρο πρόγραμμα με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορέσουμε να χορέψουμε με τον Παπάζογλου. Την επόμενη χρονιά, όλες τανγκό χόρευαν.

Φέτος δεν είναι που συμπληρώνετε εξήντα χρόνια στο τραγούδι;

Ναι, και είμαι πανευτυχής. Εξήντα χρόνια… Το πιστεύεις; Πρέπει να με γράψουν στα ρεκόρ Γκίνες! Οχι μόνο γιατί τραγουδάω ακόμα, αλλά και γιατί ο κόσμος με θέλει ακόμα. Μου προτείνουν εμφανίσεις και μου λένε: «Δεν πειράζει αν δεν μπορείς φέτος, ας έρθεις του χρόνου». Αυτό δεν είναι καλό. Οχι για μένα, για τους νέους. Σημαίνει ότι βγαίνουν ταλέντα, αλλά χάνονται νωρίς, καίγονται.

Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;

Γιατί δεν ξέρουν να διαχειριστούν τον εαυτό τους και τη διασημότητα. Γίνονται «ονόματα» εν μια νυκτί κι έπειτα τους ξεμυαλίζουν οι Σειρήνες. Θεωρούν ότι τα ξέρουν όλα. Εγώ νομίζω πως υπήρξα καλή διαχειρίστρια του εαυτού μου. Και ομολογώ πως δεν ξέρω τα πάντα γύρω από την καλλιτεχνία και το τραγούδι. Ακόμα μαθαίνω. Το πιστεύεις πως, όταν έρχονται νέα παιδιά για να συμμετάσχουν σε μια παράσταση, τα παρακολουθώ με προσοχή από την κουίντα, να δω πώς τραγουδούν, πώς κινούνται, πώς εκφέρουν το λόγο, αν νιώθουν το στίχο, αν περνάει από μέσα τους για να γίνει πιστευτός;

Δεν την έχετε χορτάσει ακόμα τη σκηνή;

Δηλαδή εσύ, αν φας σήμερα, αύριο δεν θα πεινάσεις; Οχι, λοιπόν, δεν χορταίνεται. Φεύγεις πάντα νηστικός. Γι’ αυτό και εύχομαι να μείνω στη σκηνή κι από εκεί να φύγω. Μια κι έξω. Δεν λέω ότι δεν φοβάμαι το θάνατο, αλλά δεν είμαι από αυτούς που λένε «χτύπα ξύλο, μακριά από εμάς». Γέννηση – θάνατος, αυτή είναι η διαδρομή μας.

Και ποιο είναι το μυστικό σας για να ανανεώνεστε συνεχώς;

Ελα, Τασούλα, μίλα μου στον ενικό. Εγώ σου μιλάω με όλη μου την αγάπη κι εσύ λες «κυρία Μαρινέλλα», «σας παρακαλώ» και τα σχετικά. Δεν γίνεται δουλειά έτσι!

Δεν είναι εύκολο, αλλά υπόσχομαι ότι θα προσπαθήσω…

Λοιπόν, για να απαντήσω στην προηγούμενη ερώτησή σου, το μυστικό είναι κάθε φορά που ερμηνεύεις ένα τραγούδι να το αντιμετωπίζεις σαν καινούργιο. Το «Ανοιξε πέτρα» το πρωτοτραγούδησα το 1968. Αλλά ολοένα και κάτι διαφορετικό βάζω στην ερμηνεία μου. Δεν γίνεται αλλιώς. Δεν μπορείς να σταματήσεις να αγαπάς τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» και τα άλλα τραγούδια του Τσιτσάνη, του Βαμβακάρη, του Καλδάρα, του Ζαμπέτα. Θα μου πεις, μ’ αυτούς συγκρίνεις τον εαυτό σου; Οχι. Εχω βέβαια βάλει κι εγώ το λιθαράκι μου σ’ αυτό που λέγεται ελληνικό τραγούδι. Αλλά έχω λιγότερα καλά τραγούδια σε σχέση με άλλους που έχουν μπαούλα από δαύτα. Δεν παραπονιέμαι, έτσι έτυχε.

Πώς κυλούν οι μέρες σου εδώ στο σπίτι όταν δεν δουλεύεις;

Με την αδελφή μου τη Λούλα, που ζούμε μαζί σχεδόν σαράντα χρόνια, από τότε που τα παιδιά μας ήταν μωρά, και με την οικογένεια της κόρης μου. Ολη η φαμίλια μαζί. Νιώθω προστατευμένη μ’ αυτό το «κουκούλι» γύρω μου. Είμαι καλά. Τι άλλο να θέλω; Εχω ένα πιάτο φαΐ. Πόσο θα φας, ένα καζάνι; Και ρούχα να φορέσω. Mπορείς να βάλεις δέκα παλτό; Οχι βέβαια…

Δεν μαλώνετε ποτέ με τη Λούλα;

Φυσικά και μαλώνουμε. Αλλά τι τα θες; Ολοι κάνουν κουμάντα εδώ μέσα, εκτός από μένα. «Τι γίνεται, βρε παιδιά, θα φάμε;» ρωτάω. «Μόλις ετοιμαστεί το φαγητό. Να περιμένεις!» μου απαντούν. Κι εγώ λουφάζω. Κωμωδία είμαστε!

Εναν άντρα δεν χρειάζεσαι δίπλα σου;

Οχι. Και το λέω ειλικρινά. Εκανα δύο γάμους, είχα και δυο-τρεις μεγάλες σχέσεις. Γνώρισα τον πατέρα της Τζωρτζίνας, γεννήθηκε εκείνη, με τον Φρέντι (σ.σ. Σερπιέρη) μείναμε καλοί φίλοι. Αν κάνεις τη σούμα, βγαίνουν πολλά χρόνια. Από τότε που το παιδί μου έγινε 11-12 ετών, είπα: Δεν σε παίρνει πια, κορίτσι μου, τελείωσαν οι άντρες για σένα. Δεν ήθελα η κόρη μου να με βλέπει μια με τον έναν γκόμενο και μια με τον άλλο, ούτε να διαβάζει για τους έρωτές μου στα περιοδικά.

Και δεν έχεις ανάγκη από κάποιον να σου κρατήσει τρυφερά το χέρι;

Τώρα πια τι να μου κρατήσει, βρε Τασούλα; Είμαι χορτάτη. Ερωτεύτηκα, με ερωτεύτηκαν, έκανα έρωτα, ευχαριστήθηκα, το φόρεσα αυτό το «κοστούμι». Κάτσε να κάνω την αφαίρεση… Τριάντα χρόνια είμαι χωρίς άντρα. Δεν λέω ότι δεν με φλέρταραν από τότε, αλλά όλα είναι στο μυαλό μας. Οπως πέταξα ένα πρωί τα τσιγάρα μου από το παράθυρο, εγώ που κάπνιζα πέντε πακέτα τη μέρα, όπως σταμάτησα να τρώω κρέας, έτσι έγινε και με τους άντρες. Τέρμα! Μου έλεγε η Αλίκη, με την οποία ήμασταν φίλες: «Εγώ δεν μπορώ χωρίς άντρα στο κρεβάτι μου, να μου ζεσταίνει τα πόδια». «Και δεν παίρνεις καλύτερα μια μπουγιότα (σ.σ. θερμοφόρα), της απαντούσα, «να μην έχεις κανέναν ανάγκη;»

Μίλησες για την Αλίκη. Από τους φίλους σου που δεν ζουν σήμερα, ποιοι σου λείπουν περισσότερο;

Δεν μου λείπουν γιατί είναι εδώ! Οπως οι γονείς μου και τα αδέλφια μου. Μείναμε η Λούλα κι εγώ. Ολοι οι άλλοι έφυγαν. Αλλά κάθονται σ’ αυτό το σαλόνι. Δεν ξέρω αν πιστεύεις σ’ αυτό που σου λέω. Εγώ είμαι σίγουρη ότι οι ψυχούλες των αγαπημένων μας ανθρώπων βρίσκονται γύρω μας. Σε δύσκολες ώρες, ο πατέρας μου με έχει βοηθήσει άπειρες φορές. «Μπαμπά, τα έχω μπερδέψει τα πράγματα. Τι να κάνω; Ποια απόφαση να πάρω;» τον ρωτώ. Κι εκείνος πάντα μου δείχνει το δρόμο. Να αγαπάς, λοιπόν, ακόμα και τις στιγμές που είσαι μόνη. Που οδηγείς, που περπατάς στο δρόμο, που κοιμάσαι μόνη. Γιατί δεν είσαι μόνη. Ολοι έχουμε τον άγγελό μας. Θα με περάσεις ίσως για τρελή, αλλά το πιστεύω.

Σκέφτεσαι ποτέ πώς θα ήταν σήμερα η Κυριακή Παπαδοπούλου (σ.σ. το πραγματικό όνομά της) αν δεν είχε γεννηθεί μέσα από το τραγούδι η Μαρινέλλα;

Οχι, αλλά θα το σκεφτώ τώρα. Ας φτιάξουμε ένα σενάριο, βρε αδελφέ. Μπορεί να ήμουν μια παντρεμένη κυριούλα, με πολλά παιδιά και εγγόνια. Ή να είχα φύγει μετανάστρια και να ζούσα στο εξωτερικό. Ή να βρισκόμουν σε ένα γηροκομείο.

Τι περιλαμβάνεται στα επόμενα σχέδιά σου; Συναυλίες; Κάποιο νέο άλμπουμ;

Τον Ιούνιο και τον Ιούλιο θα κάνουμε παραστάσεις με τον Αντώνη Ρέμο. Τον αγαπώ πολύ και είναι αμοιβαία η αγάπη μας. Θα πούμε τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη, αυτά θα αποτελέσουν μεγάλο κομμάτι του προγράμματός μας. Ελπίζω να περισσέψει καμιά εβδομάδα για να πάω διακοπές στη Χαλκιδική. Τον Σεπτέμβριο έχω πάλι συναυλίες, στην Κύπρο με τα κορίτσια, την Ελένη Βιτάλη και τη Γλυκερία. Ε, μετά θα αρχίσουν οι πρόβες για το χειμώνα. Πάει… Θα βρεθούμε να στολίζουμε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μη γελάς. Σαν αύριο θα σου φανεί η Πρωτοχρονιά του 2017. Και το 2018 θα είσαι εδώ για άλλη μια συνέντευξη.

Κι εσύ θα ετοιμάζεσαι για περιοδεία στην Αυστραλία;

Αχ, μη μου λες τέτοια, κορίτσι μου! (Γέλια)

Πάντως, και αυτήν τη φορά, στη συνεργασία σου με την «Ομόνοια», εμπιστεύεσαι νέους ανθρώπους.

Μα αφού δεν μπορώ τους ίδιους και τους ίδιους. Ούτε τις κλίκες και τα παρεάκια – τους Compagnons de la chanson. Θέλω να μοιράζεται η τράπουλα.

Δεν το κάνουν πολλοί στο σινάφι σου.

Γιατί; Φοβούνται;

Μάλλον δεν θέλουν να ρισκάρουν τα κεκτημένα τους. Επαναπαύονται στις δάφνες τους.

Ας τις βάλουν στο φαΐ. Η φακή με δάφνη ξέρεις πόσο ωραία γίνεται;

Η Μαρινέλλα παραχώρησε μια πολύ αποκαλυπτική συνέντευξη και μίλησε για την προσωπική της ζωή και το πώς είναι σήμερα.

Έναν άντρα δεν χρειάζεσαι δίπλα σου;

Όχι. Και το λέω ειλικρινά. Έκανα δύο γάμους, είχα και δυο-τρεις μεγάλες σχέσεις. Γνώρισα τον πατέρα της Τζωρτζίνας, γεννήθηκε εκείνη, με τον Φρέντι (σ.σ. Σερπιέρη) μείναμε καλοί φίλοι. Αν κάνεις τη σούμα, βγαίνουν πολλά χρόνια. Από τότε που το παιδί μου έγινε 11-12 ετών, είπα: Δεν σε παίρνει πια, κορίτσι μου, τελείωσαν οι άντρες για σένα. Δεν ήθελα η κόρη μου να με βλέπει μια με τον έναν γκόμενο και μια με τον άλλο, ούτε να διαβάζει για τους έρωτές μου στα περιοδικά.

Και δεν έχεις ανάγκη από κάποιον να σου κρατήσει τρυφερά το χέρι;

Τώρα πια τι να μου κρατήσει, βρε Τασούλα; Είμαι χορτάτη. Ερωτεύτηκα, με ερωτεύτηκαν, έκανα έρωτα, ευχαριστήθηκα, το φόρεσα αυτό το «κοστούμι». Κάτσε να κάνω την αφαίρεση… Τριάντα χρόνια είμαι χωρίς άντρα. Δεν λέω ότι δεν με φλέρταραν από τότε, αλλά όλα είναι στο μυαλό μας. Όπως πέταξα ένα πρωί τα τσιγάρα μου από το παράθυρο, εγώ που κάπνιζα πέντε πακέτα τη μέρα, όπως σταμάτησα να τρώω κρέας, έτσι έγινε και με τους άντρες. Τέρμα! Μου έλεγε η Αλίκη, με την οποία ήμασταν φίλες: «Εγώ δεν μπορώ χωρίς άντρα στο κρεβάτι μου, να μου ζεσταίνει τα πόδια». «Και δεν παίρνεις καλύτερα μια μπουγιότα (σ.σ. θερμοφόρα), της απαντούσα, «να μην έχεις κανέναν ανάγκη;», είπε στην καθημερινή η ίδια.

Αφήστε το σχόλιο σας: