Όταν έφευγαν οι Γερμανοί το 1944 ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας βρήκαν την ευκαιρία και μπήκαν σε μια αποθήκη των Γερμανών - Fanpage

Όταν έφευγαν οι Γερμανοί το 1944 ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας βρήκαν την ευκαιρία και μπήκαν σε μια αποθήκη των Γερμανών

Όταν έφευγαν οι Γερμανοί το 1944 ο Κωστίκας και ο Γιωρίκας βρήκαν την ευκαιρία και μπήκαν σε μια αποθήκη των Γερμανών και έτρωγαν ανενόχλητοι.

Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα της αποθήκης και μπαίνουν μέσα Γερμανοί που μαζεύαν ότι πολύτιμο είχαν. Προλαβαίνει ο Κωστίκας και κρύβεται σε μία κούτα και ο Γιωρίκας σε ένα τσουβάλι.

Οι Γερμανοί χτυπούσαν με τα πόδια τους τα αποθηκευμένα για να καταλάβουν τι είχαν μέσα φυλαγμένο. Χτυπάνε ένα κουτί και ακούγεται από μέσα γαφ-γαφ-γαφ λένε σκυλιά είναι άστα.

Χτυπάνε ένα βαρέλι και ακούγεται από μέσα νιαου-νιαου-νιαου. Λένε, γάτες είναι άστες, και πάνε παρακάτω…

Χτυπάνε το κουτί του Κωστίκα κάνει ο Κωστίκας από μέσα κο-κο-κο-κο-κοοοοο. Κότες είναι άστες, λένε και πάνε παρακάτω στο σακί του Γιωρίκα.

Κλωτσάνε το σακι του Γιωρίκα…. τίποτα. Ξανά-κλοτσάνε το σακί πιο δυνατά…. τίποτα. Κλοτσάνε για τρίτη φορά ακόμα πιο δυνατά όταν ακούγεται από μέσα:

«ΠΑΤΑΤΕΣ»

BONUS ANEKDOTA

Ήτανε ο Γιωρίκας και έψαχνε για να αγοράσει άλογο. Πηγαίνει στο διπλανό χωρίο που έμαθε πως ένας πουλούσε το δικό του και τον βρίσκει στο καφενείο να παίζει χαρτιά.

«Πουλάς το άλογο;» τον ρωτάει ο Γιωρίκας.
«Το πουλάω 500€» του λέει ο άλλος.

Βγάζει από την τσέπη του 500 Ευρώ, του τα δίνει και του λέει:
«Σου δίνω τα λεφτά για να μη το πουλήσεις σε κανέναν άλλο και θα ‘ρθω αύριο το πρωί από το σπίτι σου με φορτηγό να το φορτώσουμε να το πάρω.»

Δώσανε τα χέρια και πάει την άλλη μέρα πρωί-πρωί από το σπίτι του.

«Άστα…» του λέει αυτός που είχε το άλογο «…το άλογο εχθές που γύρισα από το καφενείο είχε ψοφήσει.»

«Ε τι να κάνουμε τώρα…» του λέει ο Γιωρίκας «…πρέπει να μου δώσεις τα λεφτά πίσω».

«Τα λεφτά τα έχασα εχθές στα χαρτιά..» του λέει ο άλλος «και δεν έχω να σου τα δώσω. Αν θέλεις να σου τα χρωστάω και όταν πάρω την επιδότηση από τις ελιές να σου τα δώσω.»

Το σκέφτεται ο Γιωρίκας λίγο και του λέει:
«Εγώ με άδεια χέρια δεν φεύγω, ή θα μου δώσεις τα λεφτά ή το άλογο και ας είναι και ψόφιο».

Πάει και φορτώνει στο φορτηγό το άλογο ο Γιωρίκας και φεύγει.

Αυτός βέβαια που είχε το άλογο παραξενεύτηκε και τον έτρωγε η περιέργεια τι το ήθελε το ψόφιο άλογο. Μετά από κανένα μήνα τον συναντά στο δρόμο και τον ρωτάει:

«Μα πες μου σε παρακαλώ γιατί με έχει φάει η περιέργεια και δεν μπορώ να κοιμηθώ τα βράδια, τι το έκανες το ψοφισμένο άλογο;»

«Άκου να δεις…» του λέει ο Γιωρίκας «εγώ με αυτό το άλογο που αγόρασα 500€ έβγαλα 998€ και ας ήταν και ψόφιο»

«Πως γίνεται αυτό;!» αναφώνησε ο άλλος.

«Την ίδια μέρα που το πήρα από εσένα το έβαλα σε λοταρία για 2 Ευρώ το άτομο και βρήκα 500 άτομα που συμμετείχαν!»

«Καλά..» του λέει ο άλλος «και δεν σε κυνήγησαν που κλήρωσες ένα άλογο ψοφισμένο;»

«Όχι… μόνο αυτός που το κέρδισε μου διαμαρτηρήθηκε και του έδωσα τα 2 ευρώ πίσω!»

Αφήστε το σχόλιο σας: