Ο Καναδάς θρηνεί τον Τακάγια, τον μοναχικό θαλάσσιο λύκο που έγινε θρύλος - Fanpage

Ο Καναδάς θρηνεί τον Τακάγια, τον μοναχικό θαλάσσιο λύκο που έγινε θρύλος

Όταν ο Νταγκ Πάτον βγήκε από το τρέιλερ του ένα ζεστό ανοιξιάτικο απόγευμα για να δει τι συνέβαινε στο αγρόκτημα της αδελφής του, έξω από τη Βικτώρια, μια πόλη στη δυτική ακτή του Καναδά, περίμενε ότι θα είχε να αντιμετωπίσει ένα ακόμα αδέσποτο σκυλί που τρόμαζε τα ζώα του κτήματος. Όμως, αντί γι’ αυτό, έτσι όπως στεκόταν ξυπόλητος πάνω στο χορτάρι, βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με έναν λύκο.

«Το ζώο πάγωσε και με κοιτούσε» λέει ο ίδιος. Έπειτα, εν ριπή οφθαλμού εξαφανίστηκε, γυρνώντας μόνο το κεφάλι του για να τον κοιτάξει άλλη μια φορά πριν πηδήξει πάνω από την ψηλή μεταλλική πύλη και χαθεί από το οπτικό του πεδίο.

«Όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους, μπορεί να μην θυμάσαι ένα όνομα αλλά δεν ξεχνάς ποτέ ένα πρόσωπο» λέει ο Πάτον και συνεχίζει: «Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτό το πρόσωπο όσο ζω. Κλείνω τα μάτια μου και το βλέπω μπροστά μου».

Αφήνοντας πίσω του τον Πάτον το 2012, ο νεαρός λύκος διέσχισε σχεδόν 25 μίλια μιας αστικής έκτασης βρίσκοντας καταφύγιο στις αυλές και τα πάρκα της πρωτεύουσας της Βρετανικής Κολούμπια, μέχρι να φτάσει στο νοτιοανατολικό άκρο του νησιού του Βανκούβερ.

Από εκεί, ο λύκος κολύμπησε σχεδόν δύο μίλια προς τα μικροσκοπικά νησιά που υπάρχουν στην περιοχή και έχουν θέα την πόλη.


Ο Ντάγκ Πάτον έκανε ένα τατουάζ τις λέξεις Lone Wolf που θα μείνουν ανεξήτιλα γραμμένες στα χέρια του για να σηματοδοτήσει τη συνάντησή του με την Ταγιάκα. Φωτο: Leyland Cecco

Ο Τακάγια ήταν ένα σπάνιο είδος λύκου που είναι γνωστός και ως θαλάσσιος λύκος. Αυτά τα αρπακτικά έχουν προσαρμοστεί σε παράκτια περιβάλλοντα και καταφέρνουν να επιβιώνουν έχοντας εντάξει στην διατροφή τους σολομούς, οστρακοειδή και φώκιες αντί για ελάφια.

Στα οκτώ χρόνια που ακολούθησαν ο λύκος, ο οποίος ονομάστηκε Τακάγια- που είναι η λέξη της φυλής των αυτόχθονων Lekwungen για τον λύκο- γρήγορα μετατράπηκε σε θρύλο, αποκτώντας οπαδούς σε όλο τον κόσμο μέσα από τις ιστορίες που φανέρωναν το σθένος και την τρυφερότητα που έκρυβε αυτό το απίθανο άγριο ζώο.

Όμως το νήμα της ζωής του Τακάγια κόπηκε ξαφνικά την περασμένη Τρίτη φέρνοντας στην επιφάνεια τις δυσκολίες της ζωής στην άγρια φύση αλλά και τον ανθρώπινο παράγοντα που πολλές φορές δρα καταστροφικά στη φύση.

ΟΤακάγια ήταν ένα σπάνιο είδος λύκου που είναι γνωστός και ως θαλάσσιος λύκος. Αυτά τα αρπακτικά έχουν προσαρμοστεί σε παράκτια περιβάλλοντα και καταφέρνουν να επιβιώνουν έχοντας εντάξει στην διατροφή τους σολομούς, οστρακοειδή και φώκιες αντί για ελάφια. Πριν από πενήντα χρόνια, υπήρχε ένας μικρός πληθυσμός τέτοιων θαλάσσιων λύκων ως αποτέλεσμα της υπερεκμετάλλευσης και της υποβάθμισης των οικοτόπων εκεί. Σήμερα, εκτιμάται ότι 250 από αυτούς ζουν στα 12.000 τετραγωνικά μίλια του νησιού του Βανκούβερ, μια αξιοσημείωτη μεταστροφή για αυτά τα απειλούμενα με εξαφάνιση αρπαχτικά.

Δύο χρόνια μετά την εμπειρία του Πάτον με τον Τακάγια, η Σέριλ Αλεξάντερ είδε για πρώτη φορά, τον Μάιο του 2014, το άγριο ζώο. Όπως και πολλοί από τους 370.000 κατοίκους της ευρύτερης περιοχής της Βικτώριας, η περιβαλλοντική σύμβουλος και φωτογράφος είχε περιέργεια για το πώς ο λύκος θα μπορούσε να επιβιώσει ζώντας σε αυτά τα μικροσκοπικά νησιά.
Ένα από τα στοιχεία που κάνει την ιστορία του Τακάγια συναρπαστική προέρχεται από τη απίθανη ιστορία του ταξιδιού του. Λίγοι λύκοι έχουν καταφέρει να διασχίσουν την καρδιά της Βικτώριας και να κατοικήσουν αυτά τα μικρά νησιά. Επιπλέον, ο Τακάγια έφθασε εκεί ολομόναχος.

Οι λύκοι, σχεδόν πάντα, ζουν σε πυρηνικές οικογένειες- δύο γονείς και τα παιδιά τους. Περιστασιακά, όλο και κάποιος λύκος αποσχίζεται για να σχηματίσει μια νέα ομάδα, όμως οι κίνδυνοι του κυνηγιού είναι συχνά θανατηφόροι για ένα μοναχικό αρπακτικό. Το γεγονός ότι ο Τακάγια ταξίδευε μόνος και φαινόταν να αρέσκεται στην μοναξιά του έκανε την περίπτωσή του ακόμα πιο συναρπαστική.

Οι λύκοι, σχεδόν πάντα, ζουν σε πυρηνικές οικογένειες- δύο γονείς και τα παιδιά τους. Περιστασιακά, όλο και κάποιος λύκος αποσχίζεται για να σχηματίσει μια νέα ομάδα, όμως οι κίνδυνοι του κυνηγιού είναι συχνά θανατηφόροι για ένα μοναχικό αρπακτικό. Το γεγονός ότι ο Τακάγια ταξίδευε μόνος και φαινόταν να αρέσκεται στην μοναξιά του έκανε την περίπτωσή του ακόμα πιο συναρπαστική.


Ο Τακάγια κολύμπησε επί δύο μίλια για να βρεθεί μόνος του στα μικροσκοπικά νησάκια της Βρετανικής Κολούμπια του Καναδά. Φωτό: Cheryl Alexander / Wild Awake Images

Ο Τακάγια φαινόταν να προσαρμόζεται στο περιβάλλον πολύ γρήγορα. Το κυνήγι με τις φώκιες και τις βίδρες ακόνιζε την ικανότητά του να πιάνει με ταχύτητα και τα ψάρια της περιοχής. Ωστόσο καθότι στο νησί δεν υπήρχε μόνιμα τρεχούμενο νερό έπρεπε να χρησιμοποιήσει την εφευρετικότητα του για να επιβιώσει. Και μπορεί οι χειμώνες να δημιουργούσαν προσωρινούς υγρότοπους, όμως τα καλοκαίρια στην περιοχή επικρατεί ξηρασία. Μια κίνηση του λύκου που κατέπληξε τους βιολόγους ήταν όταν άρχισε να σκάβει πηγάδια στο νησί.

Ο Κρις Ντάρομοντ, επιστήμονας με ειδίκευση στους λύκους στο Πανεπιστήμιο της Βικτώριας και στο Raincoast Conservation Foundation δήλωσε ότι ο Τακάγια ήταν μια εξαιρετική περίπτωση λύκου: ένα άγριο ζώο που όμοιό του δεν είχαν ξανασυναντήσει ποτέ οι ερευνητές.

Οι κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να επισκέπτονται αυτές τις μικρές νησίδες ελπίζοντας να δουν τον Τακάγια, όμως καθώς η δημοτικότητά του μεγάλωνε, τροφοδοτούμενη από τη σταθερή ροή ιστοριών που κυκλοφορούσαν στα τοπικά μέσα ενημέρωσης οι κυβερνητικές αρχές φοβήθηκαν για μια επικείμενη επικίνδυνη συνάντηση των ανθρώπων με το άγριο ζώο και γι αυτό τον λόγο στήθηκαν μια σειρά από παγίδες για την αιχμαλώτιση του ζώου. Ωστόσο ο Τακάγια αγνοούσε επιδεικτικά τα δολώματα.

Τα σχέδια για την αιχμαλώτιση του Τακάγια πυροδότησαν και μια σειρά διαμαρτυριών από τους Lekwungen για τους οποίους ο λύκος αποτελεί σύμβολο ενώ ο ερχομός του Τακάγια στην περιοχή σήμαινε και την επιστροφή αυτού του άγριου ζώου στο φυσικό του περιβάλλον.

«Υπάρχει ένα τεράστιο κομμάτι κουλτούρας της περιοχής που δεν είναι γνωστή ή δεν εκτιμάται» λέει ο Μαρκ Σάλτερ, πρώην διευθυντής τουρισμού των Songhees Nation ( του πληθυσμού των αυτόχθονων Songhees) ο οποίος εργάστηκε για να εκπαιδεύσει το κοινό και να διαδώσει την ιστορία των νησιών. Όπως λέει ο ίδιος σε πολλές περιπτώσεις, οι αυτόχθονες έπρεπε να σβήνουν τις φωτιές που άφηναν πίσω τους οι κατασκηνωτές ή να μαζεύουν τα σκουπίδια που άφησαν στις ακτές. «Οι επισκέπτες έρχονται εδώ, χωρίς να γνωρίζουν ότι πρόκειται για μια προστατευόμενη περιοχή και πως δεν είναι ευπρόσδεκτοι εδώ».

Το 2016, μια ομάδα κατασκηνωτών αγνόησε την απαγόρευση να φέρνουν τα κατοικίδιά τους ζώα στα νησιά, ερχόμενοι μαζί με τα δύο σκυλιά τους. Καθώς περπατούσαν μέσα στο δάσος, συνειδητοποίησαν σύντομα ότι υπήρχε και ένα τρίτο σκυλί στην ομάδα τους. Αμέσως πανικοβλήθηκαν και έτρεξαν στην οροφή ενός φάρου που υπήρχε στην περιοχή καλώντας την ακτοφυλακή. Κατευθείαν έτρεξαν ένοπλοι οι αξιωματικοί της ακτοφυλακής, έτοιμοι να πυροβολήσουν τον Τακάγια αν έκριναν ότι απειλούσε ανθρώπινες ζωές. Ο Τακάγια κατάφερε να διαφύγει. Ωστόσο το γεγονός έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου στον Σάλτερ ο οποίος πλέον είχε την εύλογη ανησυχία ότι η αύξηση της δημοτικότητας του λύκου θα μπορούσε τελικά να του κοστίσει την ίδια του τη ζωή.


Μια κίνηση του λύκου που κατέπληξε τους βιολόγους ήταν όταν άρχισε να σκάβει πηγάδια στο νησί. Φωτό: Cheryl Alexander / Wild Awake Images


H φωτογράφος Σέριλ Αλεξάντρερ ανάμεσ σε δύο βιολόγους που παρακολουθούν τη ζωή του Τακάγια. Φωτο: Leyland Cecco

Tα αλυχτίσματα του Τακάγια εξακολουθούν να ηχούν στο μυαλό της Αλεξάντερ η οποία ξεκίνησε να πηγαίνει με βάρκα γύρω από τα νησιά σε μια προσπάθεια να ξανασυναντηθεί με τον Τακάγια. Αυτή τη φορά ήταν προετοιμασμένη έχοντας μαζί της τους τηλεφακούς της. Οι πρώτες λήψεις που κατάφερε να καταγράψει ήταν πραγματικά σπάνιες. Ο μοναχικός λύκος εμφανιζόταν σαν φάντασμα. «Υπήρχε κάτι πολύ σαγηνευτικό γύρω από αυτόν αυτόν» λέει. «Για κάποιο λόγο, ένιωσα μια πολύ έντονη σύνδεση με αυτό το άγριο ζώο και απλώς θέλησα να μάθω περισσότερα για τη ζωή του». Έτσι επισκεπτόμενη κάθε εβδομάδα τα νησιά, έχοντας και την άδεια από το έθνος των Songhees, η Αλεξάντερ ακολούθησε τα βήματα του Τακάγια και περπατώντας προσεχτικά ανάμεσα σε πεύκα και έλατα, ένιωθε την παρουσία του, ακόμα κι όταν παρέμεινε καμουφλαρισμένος ανάμεσα στα δέντρα και το ψηλό χορτάρι.

Άρχισε να εμφανίζεται – και να εξαφανίζεται – πιο συχνά. Στις εκατοντάδες συναντήσεις τους – συμπεριλαμβανομένης και μιας κατά την οποία καθόταν μόλις στα τρία μέτρα από αυτήν- η Αλεξάντερ μαγεύτηκε από την τρυφερότητά που έκρυβε το άγριο ζώο. «Οι λύκοι θέλουν ό,τι κι εμείς» λέει. «Τους αρέσει το παιχνίδι και το άγγιγμα. Και τρέφουν μια βαθιά αίσθηση φροντίδας για υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς τους». Αυτά τα βαθιά ανθρώπινα χαρακτηριστικά ήταν και τα στοιχέια που συγκίνησαν και τους ανθρώπους γύρω από την ιστορία του Τακάγια. Τα μοναχικά του αλυχτίσματα μπορούσαν συχνά να ακουστούν από την πόλη όταν ο καιρός ήταν καλός. Οι λύκοι, όπως και οι άνθρωποι, επιζητούν κάποια μορφής συντροφικότητα.

Δεν υπήρξε ποτέ καταγραφή λύκου που να έχει ζήσει μόνος του για τόσο μεγάλο διάστημα, λέει ο Ντάριμοντ. Επιπλέον οι μοναχικοί λύκοι συνήθως αποφεύγουν τα ουρλιαχτά για να μην τραβούν την προσοχή κάποια αγέλης που μπορεί να βρίσκεται κοντά. Σχεδόν τα πάντα γύρω από τον Τακάγια ήταν ξεχωριστά.

Δεν υπήρξε ποτέ καταγραφή λύκου που να έχει ζήσει μόνος του για τόσο μεγάλο διάστημα, λέει ο Ντάριμοντ. Επιπλέον οι μοναχικοί λύκοι συνήθως αποφεύγουν τα ουρλιαχτά για να μην τραβούν την προσοχή κάποια αγέλης που μπορεί να βρίσκεται κοντά. Σχεδόν τα πάντα γύρω από τον Τακάγια ήταν ξεχωριστά.

Το 2019, το ντοκιμαντέρ της Αλεξάντερ για τον Τακάγια είχε ολοκληρωθεί. Παιζόταν στον Καναδά και μέσα από το κανάλι του BBC ενισχύοντας περαιτέρω τη φήμη του. Στη συνέχεια, τον Φεβρουάριο του 2019, ένα μοναχικό θηλυκό εντοπίστηκε στις βραχώδεις ακτές της ηπειρωτικής χώρας, απέναντι από το σημείο όπου ο Τακάγια έκανε το μπάνιο του. Οι εμπειρογνώμονες αμφιβάλλουν ότι κολύμπησε στο κανάλι όμως η παρουσία της πυροδότησε την ελπίδα ότι ο Τακάγια θα μπορούσε σύντομα να έχει συντροφιά.

«Υπήρχε κάτι γύρω από την μοναξιά του … την αποξένωση του από το ίδιο του το είδος … που «μίλησε» στους ανθρώπους και για τα δικά τους συναισθήματα – εκείνα της αποξένωσης και της μοναξιάς που υπάρχει στον κόσμο» λέει η Αλεξάντερ. «Επιπλέον, μάλλον είμαστε όλοι απελπισμένα ρομαντικοί».

Άλλοι έβρισκαν ότι αυτός ο λύκος έκρυβε μια δύναμη μέσα στην απομόνωσή του. Ο Πάτον, για παράδειγμα μετά από την ανοιξιάτικη συνάντηση που είχε με τον λύκο το 2012 ένιωσε ότι του άλλαξε τη ζωή. «Από εκείνη την ημέρα άλλαξα τη στάση μου απέναντι στα πράγματα. Σταμάτησα να λυπάμαι τον εαυτό μου. Ένιωσα πιο αναζωογονημένος από ποτέ και με ώθησε στο να κάνω τα πράγματα όπως τα ήθελα στη ζωή μου. Με βοήθησε στο να μην κοιτάω πίσω». Σημειωτέων ότι λίγο καιρό μετά τη συνάντησή του με τον λύκο ο Πάτον έκανε ένα τατουάζ στα χέρια του με τις λέξεις Lone Wolf (Μοναχικός Λύκος) για να του θυμίζει για πάντα αυτή την συνάντηση.


Τα μοναχικά του αλυχτίσματα μπορούσαν συχνά να ακουστούν από την πόλη όταν ο καιρός ήταν καλός. Οι λύκοι, όπως και οι άνθρωποι, επιζητούν κάποια μορφής συντροφικότητα.. Φωτό: Cheryl Alexander / Wild Awake Images

Καθώς ο κόσμος έτρεφε πλέον λατρεία γι αυτόν τον αξιοθαύμαστο λύκο, ο ίδιος ο δεκάχρονος πλέον Ταγιάκα, στις 25 Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, βούτηξε για τελευταία φορά στα σμαραγδένια νερά της περιοχής και, χωρίς κανείς να γνωρίζει το γιατί, κολύμπησε προς την πόλη.

Βγαίνοντας από τον ωκεανό στην απέναντι όχθη βρέθηκε σε μια περιοχή όπου υπάρχει δάσος, πάρκα αλλά και σπίτια. Ο Ντάρμοντ πιστεύει ότι ο πιο πιθανός λόγος, παρά τη λαϊκή αντίληψη που υπάρχει γύρω από τον Τακάγια ότι πρόκειται για μια μοναχική φιγούρα, ήταν ότι το άγριο ζώο «άκουσε» τις φυσικές του ορμές για ζευγάρωμα. Ο Ιανουάριος είναι ο μήνας που ζευγαρώνουν οι λύκοι.

Καθώς ο κόσμος έτρεφε πλέον λατρεία γι αυτόν τον αξιοθαύμαστο λύκο, ο ίδιος ο δεκάχρονος πλέον Ταγιάκα, στις 25 Ιανουαρίου του τρέχοντος έτους, βούτηξε για τελευταία φορά στα σμαραγδένια νερά της περιοχής και, χωρίς κανείς να γνωρίζει το γιατί, κολύμπησε προς την πόλη.

«Υποψιάζομαι ότι εγκατέλειψε την ήρεμη ζωή στα νησιά για να βρει μια σύντροφο για ζευγάρωμα» λέει Ντάρμοντ. Οι αξιωματικοί που εργάζονται στην διατήρηση του περιβάλλοντος στην περιοχή είχαν τις δικές τους θεωρίες. Πίστευαν ότι μια σειρά έντονων καταιγίδων κατά τους χειμερινούς μήνες με πολύ έντονους ανέμους στα νησιά, μπορεί να διατάραξαν την πρόσβαση που είχε ο Τακάγια σε φαγητό. Έτσι θεώρησαν ότι η δυνατότητα μιας νέας πηγής τροφής στην απέναντι όχθη ήταν ικανό κίνητρο για να δελεάσει έναν πεινασμένο λύκο.

Η Αλεξάντερ από την άλλη απορρίπτει και τις δύο εκδοχές ως πιθανές εξηγήσεις για το ταξίδι του Τακάγια προς την πόλη. Στις ημέρες που προηγήθηκαν της αναχώρησής του, οι εικόνες που κατέγραψε έδειχναν έναν υγιή και ανθεκτικό λύκο. Και αν τα προηγούμενα εννέα χρόνια δεν είχαν ξυπνήσει οι ορμόνες του για να τον ωθήσουν να μετακινηθεί από το νησί αναζητώντας μια σύντροφο, αναρωτιόταν γιατί – σχεδόν 11 ετών πλέον – να ένιωσε ξαφνικά την επιθυμία να φύγει. Αντ ‘αυτού η Αλεξάντερ φοβόταν ότι θα μπορούσε να έχει υποτιμήσει εσφαλμένα τα ρεύματα των ωκεανών που έτρεχαν προς την ηπειρωτική χώρα. Ή ότι ο ήχος των λαθροκυνηγών στο νησί – συνήθως κυνηγούσαν πάπιες τον χειμώνα – μπορεί να φόβισαν τον λύκο ο οποίος ίσως αναζήτησε καταφύγιο στο νερό.

«Αμφιβάλλω ότι σκόπευε να φύγει μόνιμα. Το νησί ήταν ο χώρος επικράτειάς του. Ήταν κυριολεκτικά το μόνο μέρος που γνώριζε. Ήταν εκεί όλη τη ζωή του» λέει η Αλεξάντερ.

Για σχεδόν 48 ώρες, ο Τακάγια, έτρεχε μανιωδώς ανάμεσα στα πάρκα και τα πεζοδρόμια, γεγονός που οδήγησε την αστυνομία σε άγρια καταδίωξη σε ολόκληρη την περιοχή.

Η πόλη παρέμεινε καθηλωμένη καθώς η αστυνομία δημοσίευε την πρόοδο της καταδίωξης του λύκου στα κοινωνικά μέσα. Η Αλεξάντερ θυμάται αυτή την αγωνιώδη νύχτα καθώς λάμβανε συνεχώς ενημερώσεις σχετικά με την καταδίωξη. Τελικά η αστυνομία κατάφερε να εντοπίσει τον Τακάγια έξω από ένα σπίτι βρίσκοντας τον σφηνωμένο μεταξύ ενός γκαράζ και ενός φράχτη. Η Αλεξάντερ παρακάλεσε τους αξιωματούχους να της επιτρέψουν να τον δει όμως εκείνοι της το αρνήθηκαν. «Βρισκόμουν πολύ κοντά στο σημείο και πιστεύω ότι μπορούσε να με μυρίσει» λέει η ίδια.

Οι αξιωματικοί τελικά κατάφεραν να ναρκώσουν τον Τακαγιά και να τον μεταφέρουν, κρατώντας τον ανάποδα και καθώς η γλώσσα του κρεμόταν από την μια πλευρά του στόματος του, και να τον τοποθετήσουν μέσα σε ένα μεταλλικό βαρέλι.
Αφού τράβηξε μερικές φωτογραφίες από χαλαρό σώμα του λύκου καθώς ήταν ναρκωμένος, η Αλεξάντερ επέστρεψε στο σπίτι της για να γιορτάσει τα γενέθλια του συζύγου της και στη συνέχεια πήγε για ύπνο. «Το επόμενο πρωί, ξύπνησα και άρχισα να κλαίω» λέει η ίδια.


Για σχεδόν 48 ώρες, ο Τακάγια, έτρεχε μανιωδώς ανάμεσα στα πάρκα και τα πεζοδρόμια, γεγονός που οδήγησε την αστυνομία σε άγρια καταδίωξη σε ολόκληρη την περιοχή. Φωτό: Cheryl Alexander / Wild Awake Images

Δύο μέρες αργότερα ο Τακάγια απελευθερώθηκε ξανά στην άγρια φύση αφού διέσχισε ναρκωμένος μέσα σε υπηρεσιακό αυτοκίνητο έναν μακρύ δρόμο. Οι αξιωματικοί συντήρησης της περιοχής αποφάσισαν να τον μεταφέρουν σε απόσταση πάνω από 100 μίλια από τα νησιά. Μεταφέρθηκε στην ενδοχώρα, όπου το δάσος είναι πυκνό και αδιαπέραστο, κατά μήκος της δυτικής ακτής του νησιού του Βανκούβερ.

Μακριά από το γνώριμο του περιβάλλον και χωρίς τις ανέσεις που του παρείχαν τα νησιά στα οποία κατοικούσε, ο Τακάγια ήρθε αντιμέτωπος με ένα σωρό νέες απειλές. Αγέλες λύκων που διασχίζουν την περιοχή ή παγίδες φορτωμένες με το δολώματα που τοποθετούνται τριγύρω και μπορούν να δελεάσουν έναν λύκο που λιμοκτονεί. Επιπλέον, δεν είχε καμία εξοικείωση με τα θηράματα που υπάρχουν στην περιοχή – τους λαγούς ή τα ελάφια. «Υπήρχαν ένα σωρό πράγματα που δεν είχε να αντιμετωπίσει ποτέ στη ζωή του» δήλωσε ανήσυχη η Αλεξάντερ.

Κάθε φορά που επισκεπτόταν τα νησιά τις εβδομάδες που ακολούθησαν, η Αλεξάντερ ένιωθε ένα κενό. «Υπάρχει διάχυτη παντού η απουσία της ενέργειας του» έλεγε η ίδια.

Στη συνέχεια, στα τέλη Φεβρουαρίου, η Αλεξαντερ έλαβε ένα email από μια γυναίκα που είχε εντοπίσει έναν λύκο ενώ περπατούσε κοντά στην παραθαλάσσια κοινότητα του Port Renfrew. Την κοίταζε μέσα από το δάσος και δεν έδειξε να είναι επιθετικός ούτε ακόμα κι όταν ο σκύλος της πλησίασε το άγριο ζώο.


«Υπήρχε κάτι γύρω από την μοναξιά του … την αποξένωση του από το ίδιο του το είδος … που «μίλησε» στους ανθρώπους και για τα δικά τους συναισθήματα – εκείνα της αποξένωσης και της μοναξιάς που υπάρχει στον κόσμο» λέει η Αλεξάντερ. «Επιπλέον, μάλλον είμαστε όλοι απελπισμένα ρομαντικοί». Φωτό: Cheryl Alexander / Wild Awake Images

Η Αλεξάντερ ταξίδεψε για να συναντήσει αυτή η γυναίκα όμως επέστρεψε πίσω στο σπίτι της χωρίς να έχει καταφέρει να τον εντοπίσει η ίδια. Στη συνέχεια, εκείνο το βράδυ, έλαβε μια φωτογραφία από έναν άνθρωπο που είχε κάμερες στα μονοπάτια της συγκεκριμένης περιοχής. Βλέποντας τις φωτογραφίες η Αλεξάντερ αναγνώρισε αμέσως τον Τακάγια εφόσον έφερε ακόμα και την κίτρινη ετικέτα στο αυτί του – το «σουβενίρ» από την εμπειρία του με τους αξιωματικούς που τον νάρκωσαν όταν είχε βρεθεί στην πόλη.

Έτσι έτρεξε αμέσως πίσω στο Port Renfrew παίρνοντας μαζί της αυτή τη φορά και τη δική της φωτογραφική μηχανή. Τσεκάροντας τα βίντεο που έδειχναν τον Τακάγια η Αλεξάντερ συνειδητοποίησε πόσο κοντά βρισκόταν στην κατοικημένη περιοχή κάτι που την έκανε να ανησυχήσει ακόμα περισσότερο.

«Δεν φοβάται τους ανθρώπους γι αυτό και έρχεται τόσο κοντά. Δεν τους νιώθει ως απειλή και τους εμπιστεύεται. Αυτό είναι που με ανησυχεί διότι μπορεί να βρεθεί σε μια κατάσταση όπου οι άνθρωποι δεν θα είναι καλοί μαζί του» είχε παρατηρήσει η Αλεξάντερ.

Στις 24 Μαρτίου, ο Τακάγια πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε, σχεδόν 30 μίλια μακριά από το σημείο από το οποίο απελευθερώθηκε. Τις εβδομάδες πριν από το θάνατό του είχε εντοπιστεί πολλές φορές προκαλώντας σε πολλούς πια τον φόβο ότι μια συνάντηση με τον άνθρωπο ίσως αποβεί μοιραία.

Την τελευταία του μέρα ήρθε πολύ κοντά στα σκυλιά ενός κυνηγού. Τελικά, ήταν η περιέργειά του, αυτή που του δημιουργήθηκε όταν ζούσε για χρόνια μέσα στο προστατευμένο περιβάλλον που προσέφεραν τα νησιά, εκείνη που τον σκότωσε.

Ο αξιωματικός της Υπηρεσία Συντήρησης του Περιβάλλοντος της Βρετανικής Κολούμπια ανέφερε στις ειδήσεις του CTV του Καναδά ότι: «Καταλαβαίνουμε πως πολλοί κάτοικοι της περιοχής αλλά και άνθρωποι σε όλο τον κόσμο νοιάζονταν γι αυτόν τον λύκο και ότι η είδηση του θανάτου του λυπήσει πολλούς».

Όμως κανείς δεν λυπήθηκε περισσότερο από όσο η Σέριλ Αλεξάντρερ η οποία έχοντας αποκτήσει στενή σχέση με τον άγριο ζώο αισθάνεται αυτή τη στιγμή συντετριμμένη.

Πηγή: lifo.gr

Αφήστε το σχόλιο σας: